βογγητό


βογγητό
[вонгито] ουσ. о. стон, вздох, рёв.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βογγητό" в других словарях:

  • βογγητό — και βογγητιό, το 1. άναρθρη φωνή που προέρχεται από σωματικό ή ψυχικό πόνο, βαριαναστέναγμα, μούγγρισμα 2. υπόκωφη βοή. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βογγητό < (ρ.) βογγώ ή < γογγητό, ουδ. του επιθ. γογγητός < γογγώ < γογγύζω, ο δε τ. βογγητιό <… …   Dictionary of Greek

  • βαθύς — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 30 μ., 577 κάτ.) της Καλύμνου. Βρίσκεται στα ανατολικά παράλια του νησιού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Καλυμνίων του νομού Δωδεκανήσου. * * * βαθιά, βαθύ (AM βαθύς, εῑα, ύ). Ι. 1. αυτός που έχει βάθος ή βρίσκεται σε… …   Dictionary of Greek

  • βόγγημα — το [βογγώ] το βογγητό …   Dictionary of Greek

  • βόγγος — ο [βογγώ] 1. το βογγητό 2. βοή, υπόκωφος ήχος …   Dictionary of Greek

  • γογγυσμός — ο (AM γογγυσμός) [γογγύζω] 1. βογγητό 2. παράπονο, γκρίνια …   Dictionary of Greek

  • γογγυτό — το το βογγητό …   Dictionary of Greek

  • επίμυξις — ἐπίμυξις, ἡ (Α) στεναγμός, βογγητό. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιμύζω «μουρμουρίζω»] …   Dictionary of Greek

  • μουγκάλισμα — το [μουγκαλίζω] μούγκρισμα, βογγητό …   Dictionary of Greek

  • μουγκαλισματιά — η 1. (για ζώα) μουγκρητό, μυκηθμός 2. (για ανθρώπους) δυνατό βογγητό πόνου, μούγκρισμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μουγκάλισμα, ατος + κατάλ. ιά (πρβλ. καψιματ ιά, λαβωματ ιά)] …   Dictionary of Greek

  • μούγκισμα — μούγκισμα, τὸ (Μ) [μουγκίζω] 1. (για ζώα) μυκηθμός 2. μτφ. (για πρόσωπα) οιμωγή, βογγητό …   Dictionary of Greek